άσμενος

ἄσμενος, -η, -ον (Α)
1.1. πάρα πολύ ευχαριστημένος, περιχαρής
2. (με επιρρ. σημ.)
ευχαρίστως, με μεγάλη χαρά
II. επίρρ. ἀσμένως
ευχαρίστως, με πολλή χαρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φέρει το ινδοευρ. επίθημα -meno-, το οποίο χαρακτηρίζει στην Ελληνική τις μετοχές μέσης φωνής, πράγμα που οδήγησε στην υπόθεση ότι επρόκειτο αρχικά για μετοχή, αβέβαιης όμως προελεύσεως. Υποστηρίχθηκε ότι ο τ. άσμενος προέρχεται από τ. *Fάδ-σ-μενος (μετοχή αθεμάτου σιγματικού αορίστου, η οποία εξηγεί και το -σ του τ.) και ότι συνδέεται με τα ανδάνω, ήδομαι, με τα οποία έχει στενή σημασιολογική συγγένεια. Όμως η υπόθεση αυτή προσκρούει στο γεγονός ότι δεν έχει μαρτυρηθεί το αρχικό F, καθώς και στην έλλειψη δασύτητας στον τ. (εκτός αν θεωρηθεί επικός ή ιωνικός, ο οποίος έχει υποστεί ψίλωση). Κατ' άλλους όμως ο τ. άσμενος συνδέεται με το ρ. νέομαι «έρχομαι, επανέρχομαι, επιστρέφω» και προέρχεται από ņs-s-menos με πρωταρχική σημασία «αυτός που έχει σωθεί, ο ασφαλής». Υποστηρίχτηκε τέλος ότι η λ. ανάγεται στη ρίζα *as- «παχαίνω», η οποία κατά μία υπόθεση αποτελεί και τη ρίζα του τ. άση*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἅσμενος — ἄσμενος , ἄσμενος well pleased masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσμενος — well pleased masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμεναίτατον — ἄσμενος well pleased masc acc sg ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενέστατα — ἄσμενος well pleased adverbial superl ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc superl pl ἀσμενής adverbial superl ἀσμενής neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμένων — ἄσμενος well pleased fem gen pl ἄσμενος well pleased masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμένως — ἄσμενος well pleased adverbial ἄσμενος well pleased masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσμενον — ἄσμενος well pleased masc acc sg ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμεναίτατα — ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενεστάτην — ἄσμενος well pleased fem acc superl sg (attic epic ionic) ἀσμενής fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενεστάτῳ — ἄσμενος well pleased masc/neut dat superl sg ἀσμενής masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.